Ο όρος εφαρμοσμένο θέατρο [applied theatre] πρωτοεμφανίζεται ως πεδίο θεωρίας και πρακτικής τη δεκαετία του 1980 στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία. Οι επαγγελματίες του εφαρμοσμένου θεάτρου —όπως σκηνοθέτες/τριες, ηθοποιοί, εμψυχωτές/τριες και δραματουργοί— αναλαμβάνουν συνήθως τον ρόλο του συντονισμού και της εμψύχωσης της διαδικασίας, καθώς διαθέτουν τη θεατρική τεχνογνωσία και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ασφαλούς, υποστηρικτικού και δημιουργικού πλαισίου.
Το «κοινό» των θεατρικών δράσεων αποτελείται κατά κανόνα από μη επαγγελματίες, εν δυνάμει συμμετέχοντες και συμμετέχουσες, οι οποίοι/ες μπορεί να προέρχονται από συγκεκριμένες κοινότητες, να ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ή να είναι απλοί πολίτες που καλούνται να συμμετάσχουν ενεργά στο θεατρικό γεγονός. Σε πολλές περιπτώσεις, η διάκριση μεταξύ «ηθοποιού» και «θεατή/τριας» αμβλύνεται ή και καταργείται, ενισχύοντας τη συλλογική δημιουργία και τη συνδιαμόρφωση του νοήματος. Στο εφαρμοσμένο θέατρο το πρωτεύον ζητούμενο δεν είναι η καλλιτεχνική αρτιότητα ή η αισθητική τελειότητα, αλλά η εμπλοκή, η έκφραση, η ενδυνάμωση, η μάθηση και, συχνά, η κοινωνική αλλαγή. Η συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών και μη επαγγελματιών αποτελεί στοιχείο-κλειδί που προσδίδει βάθος, αυθεντικότητα και κοινωνική συνάφεια στη διαδικασία.
Το εφαρμοσμένο θέατρο αντλεί τις καταβολές του από θεατρικά είδη και πρακτικές με έντονο βιωματικό, αυτοσχεδιαστικό και διαδραστικό χαρακτήρα, όπως η τέχνη της επιτέλεσης, το θέατρο της επινόησης και το θέατρο τεκμηρίωσης. Οι τεχνικές που επιστρατεύονται κάθε φορά καθορίζονται από το εκάστοτε πλαίσιο εφαρμογής —όπως νοσοκομεία, φυλακές, δομές φροντίδας ηλικιωμένων, κέντρα φιλοξενίας προσφύγων ή σχολεία— καθώς και από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κοινοτήτων ή κοινωνικών ομάδων στις οποίες απευθύνεται (ασθενείς, έγκλειστοι/ες, ηλικιωμένοι/ες, πρόσφυγες κ.ά.).
Το εφαρμοσμένο θέατρο συνιστά ένα κατεξοχήν διεπιστημονικό πεδίο, στο οποίο διασταυρώνονται το θέατρο, η παιδαγωγική, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία και οι πολιτισμικές σπουδές. Οι πρακτικές του βασίζονται σε αρχές ισότητας, δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως η συμμετοχικότητα, ο διάλογος, η συνεργασία και η κριτική σκέψη. Για τον λόγο αυτό, εφαρμόζεται συχνά σε περιβάλλοντα εκπαιδευτικής, κοινωνικής, θεραπευτικής και πολιτισμικής αναφοράς. Κεντρική πεποίθηση του εφαρμοσμένου θεάτρου είναι ότι το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ενδυνάμωσης και ως καταλύτης ατομικής και συλλογικής αλλαγής, επιτρέποντας στους συμμετέχοντες/ουσες να επαναδιαπραγματευτούν εμπειρίες, ταυτότητες και κοινωνικές σχέσεις.
Ο όρος εφαρμοσμένο θέατρο περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα πρακτικών που εκτείνονται στους τομείς της κοινωνικής παρέμβασης, της εκπαίδευσης και της θεραπείας. Στις πολυάριθμες μορφές και υποκατηγορίες του συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, το λαϊκό θέατρο [popular theatre], το θέατρο τεκμηρίωσης [documentary theatre], το θέατρο στην εκπαίδευση [theatre in education (TiE)], το Θέατρο των Καταπιεσμένων [theatre of the oppressed], το θέατρο σε μονάδες υγείας [theatre for health education (THE)], το θέατρο στην κοινότητα [community theatre], το θέατρο στη φυλακή [prison theatre], το μουσειακό θέατρο [museum theatre], το θέατρο αναπόλησης [reminiscence theatre], το θέατρο για την ανάπτυξη [theatre for development (TfD)], το εθνόδραμα [ethnodrama], το κοινωνιόδραμα [sociodrama] κ.ά.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, το εφαρμοσμένο θέατρο γνωρίζει σημαντική άνθηση σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που αποτυπώνεται τόσο στη δημιουργία πολυάριθμων πανεπιστημιακών προγραμμάτων σπουδών όσο και στην αυξανόμενη αξιοποίησή του από οργανισμούς, κοινωνικούς φορείς και πολιτιστικά ιδρύματα. Η ανάπτυξη αυτή συνοδεύεται από εντατική θεωρητική έρευνα και κριτικό αναστοχασμό γύρω από ζητήματα δεοντολογίας, εξουσίας, συμμετοχής και βιωσιμότητας των παρεμβάσεων.